20 Ιουλίου 2015

ΚΡΙΤΙΚΗ-ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ της Lola Cathrine "Εγχειρίδιο Βλακείας"!



Ενίσταμαι για μια φράση που ακούω όλη μου τη ζωή και διαφωνώ καθέτως μαζί της. Το «δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω». Όχι κυρίες και κύριοι. Υπάρχουν πράγματα τα οποία όσο κι αν θέλω ΔΕΝ μπορώ να τα κάνω κι ένα από αυτά είναι το σερβίρισμα με δίσκο.

Χρόνια ατελείωτα έφευγα νύχτα από μαγαζιά έχοντας πλέον πειστεί ότι η μοναδική μου σχέση με τα σερβίτσια θα ήταν forever ή να τα πλένω, ή να τα σπάω. Και δεν το λέω αυτό μετά από απλές «αποτυχημένες δοκιμές» και πληγωμένο εγωισμό. 

Το λέω μετά από πολύχρονη (μάταιη) προσπάθεια κι εκπαίδευση από τους καλύτερους σερβιτόρους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, συμπεριλαμβανομένου ενός πιτσιρικά που κρατούσε με το ένα χέρι την παραμάνα με πιάτα και ποτήρια κανένα μέτρο σε ύψος και σερβίριζε χορεύοντας, καθώς και του συζύγου μου που έκανε το ίδιο, μόνο που σα μεγαλύτερος και πιο έμπειρος μπορούσε να το κάνει αυτό με δύο παραμάνες και στα δύο χέρια. Πώς σερβίριζε, μη με ρωτάτε , δεν κατάλαβα ποτέ.

Εγώ πάλι το καημένο έπαιρνα το αντιολισθητικό στρόγγυλο δισκάκι με δυο ποτηράκια του ουίσκι πάνω (που είναι και φαρδιά και δε φεύγουν εύκολα) με τα δύο χέρια, και μέχρι να καλύψω την απόσταση μπαρ-τραπέζι μου χουν φύγει και ο δίσκος και τα ποτήρια, έχω χάσει ένα παπούτσι στο ενδιάμεσο κι έχω σπάσει τρία δάχτυλα κι ένα πλευρό. 

Όμως όπως για να πάρουμε όλες τις μεγάλες αποφάσεις πρέπει να συμβεί ένα μεγάλο γεγονός ( που μόνο που δεν κατεβαίνει ο Θεός να σε πει «άστο πουλόπομ, αφού δεν το χεις το ρημάδι» ένα πράμα) έτσι και στη δική μου περίπτωση έπρεπε να ρεζιλευτώ ανεπανόρθωτα για να ορκιστώ ότι δε θα ξαναπιάσω ούτε φρίσμπι στα χέρια μου (αποκεφαλίζω τοτέμ  για πλάκα) .

Στο καφέ λοιπόν που είχαμε με το σύζυγο στο Πήλιο για ένα φεγγάρι, αν και είχαμε ξεκαθαρίσει τους ρόλους μας- εγώ μέσα εκείνος έξω- υπήρξαν και φορές που έμεινα μόνη κι έπρεπε κάποιος να σερβίρει, εγώ όμως σαν άλλη αχλάδα με ουρά εκείνες τις μέρες έκανα το κατάστημα σελφ-σέρβις (μουαχαχα)

Όμως το Πήλιο είναι γνωστός αγαπημένος προορισμός αρκετών σελέμπριτις, έτσι κι από μας περνούσαν ουκ ολίγοι (δε θα σας πω ονόματα να σκάσετε ) τους οποίους ευτυχώς αναλάμβανε πάντα ο κοινωνικότατος κι ομιλητικότατος σύζυγός μου, ενώ το απροσάρμοστο (εγώ) έκανα αυτό που ξέρω να κάνω καλά- αποφάσιζα για τη μουσική κι έφτιαχνα τους καταπληκτικούς καφέδες μου ( ε σ αυτό δεν παίζομαι)

Υπήρξε πάραυτα μια και μοναδική φορά που εκείνος έλειπε και στο μαγαζί εμφανίστηκε ολόκληρη και ολοζώντανη (και με παρέα ένα τσούρμο) η Χαρούλα Αλεξίου. Ναι η δική μας, η γνωστή. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να της πω πάρτα μόνη σου, τη στιγμή μάλιστα που είχαν παραγγείλει με την παρέα της όχι μόνο καφέδες αλλά κι ένα σκασμό γλυκά του κουταλιού.

Αν τα έβαζα στο στρογγυλό, θα έκανα τρεις μέρες να τα πάω όλα αυτά. ΑΝ έφτανα ποτέ. Τελικά έπρεπε να σηκώσω τα μανίκια και να πιάσω τον εφιάλτη μου. Τα φόρτωσα στο θηρίο προσπαθώντας να θυμάμαι τη σωστή σειρά (που ποτέ δε θυμάμαι, ΠΟΤΕ) - μέσα τα ψηλά?, έξω τα χαμηλά?, μέσα τα πιάτα?, μέσα τα μπουκάλια?? – και ξεκίνησα το δρόμο των παθών, να καλύψω μια απόσταση πέντε μέτρων κάνοντας ένα εκατομμυριοστό του βήματος τη φορά.

Με αυτοσυγκέντρωση Βουδίσια (Βούδας, γιου νόου) ικανή να τα πάει μόνα τους (αλλά δεν είμαι η Κάρι ρε γαμώτο) και κοιτώντας μόνο το δίσκο με τα νεραντζάκια, τα μελιτζανάκια, τα κερασάκια, τους καφέδες, τις κανατούλες, τις ζαχαρίτσες κι όλο το σκατολοϊδι, φτάνω σχεδόν – ΣΧΕΔΟΝ- στο σωτήριο άδειο διπλανό τραπέζι, όταν βλακωδώς ξεθάρρεψα που τα πήγαινα μια χαρά κι άρχισα να ανοίγω βήμα, με το δίσκο να γέρνει επικίνδυνα και τα τσαγκλιά να αρχίζουν να χτυπάνε μεταξύ τους.

Φυσικά και την έφαγα τη σαβούρα, τι νομίζατε? Ότι επειδή ήταν η Αλεξίου το υποψήφιο θύμα θα με λυπόταν ο Θεός? Ή θα λυπόταν εκείνη που τα έφαγε όλα στα μούτρα? Βρε άμα ο Θεός μουλαρώσει, κάθεται από πάνω και κοιτάει γελώντας δυνατά (τόσες μαλακίες κάνουμε, να μην το ευχαριστηθεί και λίγο? )

Δε φτάνει που της έκανα καινούργια κουπ και της στόλισα το κεφάλι με παραβρασμένες μελιτζάνες και για τρεις μέρες θα την κυνηγούσε κάθε ιπτάμενο σιχαμερό σκατόμυγο, σωριάστηκα και πάνω στα υπόλοιπα που σκόρπισαν παντού.

Παρόλα αυτά με ψυχραιμία (που απέκτησα μετά από πολλά ρεζιλίκια) τους είπα συγνώμη, θα επανέλθω με χαρτί (τι χαρτί, μόνο το Άουσβιτς θα τους «καθάριζε»- μια και καλή ) και απομακρύνθηκα αθόρυβα, αφήνοντάς τους εμβρόντητους να βλέπουν στον κώλο μου κολλημένα κεράσια και τσατσαλιασμένα σύκα.

Γι αυτό λοιπόν σας λέω, υπάρχει και το ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ. Τόσο απλά. 




Ένα μόνο βιβλίο μου έκατσε καλά θυμούμενη αυτή την ιστορία. Το «Εγχειρίδιο Βλακείας» του Διονύση Χαριτόπουλου. Ο συγγραφέας γράφει με νόημα στο οπισθόφυλλο: «Επειδή όλοι υποτιμάμε των αριθμό των ηλιθίων ανάμεσά μας και κάθε τόσο μας αιφνιδιάζουν πρόσωπα υπεράνω υποψίας, μάλλον πρέπει να ξανασυστηθούμε…»

! Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός. Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας…. (Αναφερόμενος στον Μπους) …Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυλισμούς των σεισμοπλήκτων. Κοίταξε ξινά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπόλητα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέϊνερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί ανθρώπινα, τα ρώτησε: Πού είναι πιο καλά, εδώ ή στο σπίτι;”…

Είναι ένα μικρό, κομψό βιβλίο που μεταφέρεται εύκολα στην τσάντα, στο πλοίο, στην παραλία ή οπουδήποτε αλλού. Γραμμένο σε ανάλαφρο τόνο, είναι χωρισμένο σε σύντομες ενότητες που διαβάζονται είτε μεμονωμένα ή σε μεγαλύτερες δόσεις, ανάλογα με το χρόνο μας και τη διάθεση της κάθε στιγμής. Ένα βιβλίο κεφάτο, πρωτότυπο, διασκεδαστικό, ευρηματικό, ανατρεπτικό, εξωφρενικό, βέβηλο, διαστρεβλωτικό, διεισδυτικό, σοφό, απολαυστικό και πανέξυπνο. Ένα στοίχημα κερδισμένο εκατό τοις εκατό, χάρη στο πηγαίο χιούμορ και το ολόφρεσκο βλέμμα του συγγραφέα.

!Για να μη σας μείνει η απορία, η κυρία Αλεξίου όχι μόνο δε διαμαρτυρήθηκε, αλλά αγόρασε κι ένα βάζο από το κάθε γλυκό για το σπίτι.  

!Δεν έχω καταλάβει ακόμα σε ποια κατηγορία ανήκω

Καλημέρες!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου