14 Αυγούστου 2019

"Υπόθεση αυτοδικίας" Γρηγόρης Αζαριάδης




3 Ιούλη 2015

Ο αστυνόμος Ιπποκράτης Ιππόκαμπος ακολουθεί την καθημερινή ιεροτελεστία των σύντομων διακοπών του. Μια βδομάδα στο εξωτικό Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας. Ούτε κι ο ίδιος θυμάται καθαρά τον λόγο που επέλεξε το γραφικό ψαροχώρι. Ίσως ήταν η πρόταση του προϊστάμενου του, αστυνομικού διευθυντή Παντελή Γρηγορακάκη, που έλκει την καταγωγή του από την Άρτα. Ίσως πάλι ήταν το απωθημένο του από την εποχή, που περνούσε από το Μενίδι για να ανέβει προς τα Γιάννενα να συναντήσει την αρραβωνιαστικιά του, την Μερόπη. Αυτή που έμεινε επίσης απωθημένο, καθώς ποτέ δεν ήρθαν εις γάμου κοινωνία. Η Μερόπη ξεμυαλίστηκε με κάποιον λίαν ευκατάστατο δικηγόρο από τα Γιάννενα και προτίμησε να ντυθεί νύφη για χάρη του τελικά.

Ο Ιππόκαμπος απολαμβάνει με αργές γουλιές τον δυνατό φραπέ, τέσσερις κουταλιές καφέ κι άλλες τόσες ζάχαρη, καπνίζει τα στριφτά του τσιγάρα κι ακούει τις ιστορίες του μεσήλικα καφετζή. Ο Γιώργος Θελερίτης έχει άλλωστε να διηγηθεί μια ιστορία για τον καθένα, είτε μόνιμο κάτοικο του μικρού χωριού είτε παραθεριστή. Σημερινό κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης του συμπαθούς καφετζή ο βουλευτής Σωκράτης Παιδόπουλος. Κι η ιστορία είναι εξόχως θλιβερή. Το όνομα του διακεκριμένου βουλευτή είχε εμπλακεί σε ένα μεγάλο σκάνδαλο κυκλώματος παιδεραστών, που είχε απλώσει τα πλοκάμια του σε όλη σχεδόν την Ήπειρο. Όταν όλη η δραστηριότητα του βρωμερού κυκλώματος ήρθε στην επιφάνεια, η αστυνομία παρέπεμψε εφτά άτομα στην δικαιοσύνη. Ανάμεσα τους κι ο Παιδόπουλος, που εκείνη την εποχή ήταν διαπρεπής δικηγόρος, στα Ιωάννινα. Τελικά, το δικαστήριο έκρινε αθώους όλους τους κατηγορούμενους. Ο Θελερίτης δεν θυμάται επακριβώς την αιτιολόγηση της απόφασης.

«Νομίζω, αστυνόμε, ότι απαλλάχθηκαν λόγω αμφιβολιών. Να δεις πως το είπαν … Λόγω μη επαρκών αποδείξεων. Κάπως έτσι …»
«Κι ο Παιδόπουλος;»
«Αποδόθηκε στην κοινωνία λευκότερος κι από το χιόνι στα Τζουμέρκα,» σαρκάζει ο Θελερίτης.
«Εσύ δηλαδή, ρε Γιώργη, υποστηρίζεις ότι την είχαν την δουλειά οι λεγάμενοι;»
Ο Θελερίτης ανάβει τσιγάρο και φυσάει ψηλά τον καπνό.
«Τι να σου πω … Πάντως, όλη η τοπική κοινωνία βοά, αστυνόμε».
«Ναι, αλλά το δικαστήριο τους αθώωσε …» τον πιέζει ο Ιππόκαμπος.
Το ύφος του καφετζή απεικονίζει ανάγλυφα την γνώμη του για το δικαστικό σύστημα της χώρας.

«Την σήμερον ημέρα άμα έχεις φράγκα, δεν υπάρχει περίπτωση να δεις από κοντά της φυλακής τα σίδερα,» φιλοσοφεί, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι.
Στην συνέχεια της εξιστόρησης του καφετζή, τα πράγματα παίρνουν τον φυσιολογικό δρόμο. Ο Παιδόπουλος κατέρχεται στον πολιτικό στίβο και η τοπική κοινωνία τον στέλνει στην Βουλή, αποδεικνύοντας με την ψήφο της ότι και η παραμικρή σκιά από το σκάνδαλο των παιδεραστών έχει παρασυρθεί πολλά χιλιόμετρα μακριά από κάποιους σαρωτικούς ανέμους. Κι ο Παιδόπουλος, βουλευτής πλέον, οργώνει τις πόλεις και τα χωριά της Ηπείρου, διαφημίζοντας το μακρόπνοο πολιτικό του πλάνο. Ο Θελερίτης σχολιάζει με την ίδια φιλοσοφική διάθεση.

«Ο λύκος δεν αλλάζει συνήθειες … Ο βουλευτής μας,» γκριμάτσα σαρκασμού «Έρχεται πάντα να περάσει μιά βδομάδα εδώ, στο Μενίδι …»
«Για να θυμηθεί τα παλιά …» τον τσιγκλάει ο αστυνόμος.
Ο Θελερίτης αποφεύγει να απαντήσει. Σηκώνεται.
«Το βράδυ στην ώρα σου …»
Ο Ιππόκαμπος κουνάει καταφατικά το κεφάλι.
«Μην αργήσεις. Θα σου ’χω ένα ψάρι,» σουφρώνει τα χείλη «Σπέσιαλ».

6 Ιούλη 2015

Ο Θελερίτης συνοδεύει τον φραπέ με ένα ευμέγεθες κομμάτι κέικ.
«Σπιτικό είναι, αστυνόμε. Το ’φτιαξε η κυρά με τα χεράκια της …»
«Με τι ήθελες να το φτιάξει, ρε Γιώργη,» γελάει αυθόρμητα ο Ιππόκαμπος.
Δαγκώνει μια μπουκιά, πίνει μια γενναία γουλιά από τον φραπέ κι ανάβει το στριφτό του.
«Ζωάρα, αδελφέ …» σχολιάζει «Ζωάρα εδώ στο Μενίδι».
Ο Θελερίτης τρέχει να σερβίρει ένα ζευγάρι μεσηλίκων, που καταφθάνει ιδρωμένο στο μαγαζί. Επιστρέφει μετά δύο λεπτά, αλλά πριν προλάβει να καθίσει, ένας άλλος λιπόσαρκος, σχεδόν αποστεωμένος άντρας σέρνει τα βήματα με κόπο και σχεδόν σωριάζεται στο γωνιακό τραπέζι.
«Τώρα δέσαμε,» σχολιάζει ο καφετζής.

«Τι τρέχει, ρε Γιώργη ;» ρωτάει απορημένος ο αστυνόμος.
Το βλέμμα του Θελερίτη μεταφράζεται ως «θα σου εξηγήσω, αργότερα». Πραγματικά, αφού σερβίρει ένα φραπέ στον νεοφερμένο, γυρίζει στο τραπέζι του αστυνόμου.
«Εσένα τι σου λέει η φάτσα του;» τον ρωτάει «Έτσι, για να δω τι σκαμπάζετε εσείς οι αστυνομικοί από ψυχολογία …»
«Τι θες, ρε Γιώργη, δηλαδή ; Να σου κάνω ψυχολογικό προφίλ του υπόπτου ;»
«Α, γεια σου … Όπως το ’πες. Να μου κάνεις την ψυχολογία του ατόμου …»
Ο Ιππόκαμπος πίνει μιά γουλιά και τραβάει μια τζούρα ακόμη.
«Γερασμένος πριν την ώρα του. Ναυάγιο της ζωής. Λες κι έχει ζήσει πρόσφατα μια μεγάλη καταστροφή».

Ο καφετζής τον παρατηρεί εντυπωσιασμένος.
«Μήπως λες και το φλυτζάνι, αστυνόμε;» χαμογελάει «Σε όλα μέσα έπεσες».
«Για λέγε τώρα …»
«Θυμάσαι την ιστορία του Παιδόπουλου, που λέγαμε;»
«Ναι, την θυμάμαι».
«Το ένα από τα θύματα των παιδεραστών ήταν η Ευανθία Δραμιτινού. Δώδεκα χρονών κοριτσάκι».
«Το οποίον;»
«Ένα μήνα μετά την δίκη, όπου ο Παιδόπουλος κι η παρέα του αθωώθηκαν, το κοριτσάκι φουντάρισε από ένα γκρεμό».



Ο Ιππόκαμπος τινάζεται όρθιος. Τα μάτια του απειλούν να πεταχτούν από τις κόγχες.
«Τι λες, ρε Γιώργη ;»
Ο Θελερίτης κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι.
«Αυτό που σου λέω. Πάει το έρημο το κοριτσάκι. Το χάσαμε».
«Κι αυτός να υποθέσω ότι είναι ο πατέρας της …»
«Ο Γιώργης ο Δραμιτινός. Η γυναίκα του έφυγε στην Αθήνα. Τον παράτησε. Κι αυτός τριγυρίζει σαν φάντασμα εδώ γύρω και τον περισσότερο καιρό τον περνάει στο νεκροταφείο. Στο μνήμα της μικρής. Της μιλάει …» η φωνή του ραγίζει «Γάμησέ τα, σου λέω …»
Ο Ιππόκαμπος παρατηρεί για λίγη ώρα προσεκτικά τον Δραμιτινό.
«Τι είναι αυτό που παίζει όλη την ώρα στο χέρι του ;»
«Ένα μικρό μενταγιόν με μια κόκκινη πέτρα. Της το είχε χαρίσει στα γενέθλια της. Από τότε που το κορίτσι αυτοκτόνησε, δεν το αποχωρίζεται ποτέ από πάνω του. Μια φορά που νόμιζε ότι το έχασε, αναστάτωσε όλο τον κόσμο για να βρει».

9 Ιούλη 2015

Το κινητό χτυπάει δαιμονισμένα. Ο αστυνόμος Ιππόκαμπος ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του. Δείχνει 04.46’.
«Ναι …» η φωνή του μουγκρητό.
«Έλα, Ιπποκράτη, ο Παντελής είμαι …»
Η φωνή του αστυνομικού διευθυντή Γρηγορακάκη αντιθέτως ακούγεται ζωηρή. Και άκρως υπηρεσιακή.
«Τι στον διάβολο έγινε και με παίρνεις τέτοια ώρα ;»
«Ένα έγκλημα φυσικά …»
«Να σου θυμίσω ότι μ’ έστειλες με το ζόρι διακοπές στο Μενίδι, προϊστάμενε ;»

«Ακριβώς γι αυτό σε πήρα. Επειδή είσαι στο Μενίδι …»
Οι συνάψεις του εγκέφαλου του Ιππόκαμπου αρχίζουν να παίρνουν ζωή.
«Μην μου πεις …»
«Το πτώμα βρέθηκε δύο βήματα από τα πόδια σου, Ιπποκράτη …» τον προλαβαίνει.
«Τελικά, είμαι μεγάλος γκαντέμης,» μονολογεί χαμηλόφωνα ο Ιππόκαμπος.
Η μικρή σιωπή που ακολουθεί μοιάζει πρελούδιο για τις ραγδαίες εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν.

«Θα στείλω αύριο μια ομάδα από το Εγκλημάτων Κατά Ζωής,» επανέρχεται ο Γρηγορακάκης «Αλλά, στο μεταξύ πήγαινε να ρίξεις μια ματιά στον τόπο της δολοφονίας. Και να σιγουρέψεις ότι δεν θα βρεθεί κάποιος ντόπιος παπάρας να πειράξει τα στοιχεία».
«Καλώς. Φεύγω σούμπιτος και θα σε πάρω από κει …»
Ετοιμάζεται να κλείσει το κινητό, αλλά ο Γρηγορακάκης φαίνεται να έχει στο ρεπερτόριο του μια τελευταία βόμβα.
«Ιπποκράτη,» ξεροβήχει «Δώσε όλη σου την προσοχή. Ο νεκρός είναι ο Σωκράτης ο Παιδόπουλος … Ο βουλευτής».
Ο Ιππόκαμπος νοιώθει παγωμένα φίδια να σέρνονται στην ραχοκοκαλιά του. ΄
«Και τώρα μου το μπουμπουνίζεις, προϊστάμενε ;»

Φτάνει στην μικρή παραλία. Πλησιάζει στο σημείο, όπου βρίσκεται, μακάρια ξαπλωμένο σε ύπτια θέση, το πτώμα του βουλευτή. Μοναδικοί μάρτυρες ένας νεαρός αστυφύλακας κι ο πανταχού παρών Θελερίτης.
«Αστυφύλακας Λέκκας» φωνάζει ζωηρά ο νεαρός.
«Σιγά … Θα μας ξεκουφάνεις, αγόρι μου,» σχολιάζει ο Ιππόκαμπος «Αστυνόμος Ιππόκαμπος. Στήσε μια περίμετρο σε καμιά εικοσαριά μέτρα και μην αφήσεις κανένα να περάσει».
Ο Λέκκας χαιρετάει με υποδειγματικό τρόπο, κάνει μεταβολή κι εξαφανίζεται.
«Κι εσύ, Γιώργη,» στρέφεται στον Θελερίτη «Πρέπει να απομακρυνθείς από δω. Είναι τόπος εγκλήματος».

Ο Θελερίτης γυρίζει πίσω απρόθυμα και βγαίνει έξω από τη νοητή περίμετρο, που χαράζει ο Λέκκας. Ο Ιππόκαμπος βγάζει ένα φακό, πλησιάζει προσεκτικά το πτώμα, σκύβει κι αρχίζει μια πρώτη, πρόχειρη εξερεύνηση του σκηνικού. Ο Παιδόπουλος φαίνεται να έχει δεχτεί τρεις βολίδες στο στήθος. Το λευκό πουκάμισο του είναι πλημμυρισμένο στο αίμα. Είναι, οριστικά και αμετάκλητα, νεκρός.

Ο Ιππόκαμπος συνεχίζει να ερευνά για οποιαδήποτε στοιχείο. Προσεκτικά και επίμονα. Πρώτα διαγράφει ένα μικρό κύκλο διαμέτρου τριών μέτρων γύρω από το πτώμα και μετά διευρύνει την περιοχή, αγγίζοντας τα όρια της περιμέτρου. Δεν παρατηρεί τίποτε σημαντικό. Επιστρέφει πάλι κοντά στο νεκρό σώμα του Παιδόπουλου. Δεύτερος γύρος, ακόμη πιο προσεκτικός, ακόμη πιο επίμονος. Ψάχνει να εντοπίσει οποιοδήποτε ίχνος μπορεί να φανεί χρήσιμο στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Τίποτε. Έτσι κι αλλιώς, αύριο θα έρθουν τα σαΐνια του Εγκλημάτων Κατά Ζωής κι ολόκληρο συνεργείο θα σαρώσει τον τόπο, συλλογίζεται. Αν υπάρχει κάποιο στοιχείο, δεν υπάρχει περίπτωση να τους ξεφύγει.
Κάτι μέσα τον όμως τον σπρώχνει να κάνει ένα τρίτο γύρο. Και ω του θαύματος … Το μικρό αντικείμενο προκαλεί την όραση του. Σκύβει με τρόπο, το μαζεύει και το χώνει στην τσέπη του παντελονιού του. Καθώς σηκώνεται, βλέπει τον Θελερίτη να τον παρακολουθεί περίεργα, από μια απόσταση είκοσι μέτρων. Ο Ιππόκαμπος πλησιάζει τον Λέκκα.
«Αστυφύλακα, εσύ θα μείνεις εδώ μέχρι να ξημερώσει. Θα περιμένουμε την ομάδα που έρχεται από Αθήνα. Και δεν θα πλησιάσει κανείς. Κατανοητό ;»
Ο αστυφύλακας βαράει μια απίστευτη προσοχή.
«Μάλιστα, αστυνόμε».

10 Ιούλη 2015

Η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής έχει συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία από τον τόπο της δολοφονίας. Σ’ αυτό το πρώτο στάδιο, βρίσκονται στο σκοτάδι. Προβληματίζονται με το κίνητρο του φόνου. Κάποιος αστυνόμος έχει την φαεινή ιδέα να ειδοποιήσουν την Αντιτρομοκρατική.
Στο μικρό καφενείο, ο αστυνόμος Ιππόκαμπος τελειώνει τον φραπέ του.
«Φεύγω τώρα,» λέει στον Θελερίτη «Με περιμένουν στην σύσκεψη γιατί ήμουνα ο πρώτος που έφτασε στο σημείο που τον σκότωσαν».

Το βλέμμα που του ρίχνει ο καφετζής είναι παντελώς δυσερμήνευτο. Ο Ιππόκαμπος κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο του, που είναι παρκαρισμένο δύο στενά παρακάτω. Καθώς πλησιάζει, βλέπει ένα λιπόσαρκο, σχεδόν αποστεωμένο μεσήλικα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Την στιγμή που διασταυρώνονται τα βήματα τους, ο Ιππόκαμπος βγάζει από την τσέπη ένα μικρό αντικείμενο. Από μακριά μοιάζει με μενταγιόν με μια κόκκινη πέτρα. Το πασάρει διακριτικά στον μεσήλικα.
«Άλλη φορά να είσαι πιο προσεκτικός».
Ο Ιππόκαμπος ταχύνει το βήμα και μπαίνει στο αυτοκίνητο του. Βάζει μπρος και ξεκινάει.


ΥΓ. Το διήγημα αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα "Ηχώ της Άρτας"

25 Ιουλίου 2019

Διήγημα "Ο επαγγελματίας" Γρηγόρης Αζαριάδης


Ο επαγγελματίας



Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός. Να ακολουθείς το σχέδιό σου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Αν κάτι πάει στραβά, έχεις την πολυτέλεια της αναβολής και τη δεύτερη ευκαιρία. Γιατί αυτό που μετράει πάντα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Μακριά από αυτοσχεδιασμούς... Και πάση θυσία να αποφεύγεις οποιοδήποτε ίχνος συναισθηματικής εμπλοκής. Αποστασιοποίηση. Βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου και παρακολουθείς αυτά που διαδραματίζονται με τη μέγιστη ψυχραιμία. Ίσως καλύτερα με απόλυτη ψυχρότητα.

Φτάνω στην Κορωνησία, αργά το μεσημέρι. Από τη μελέτη μου, περιμένω να δω ένα μαγικό τοπίο. Και οι προσδοκίες μου επαληθεύονται. Είναι όντως ένα μαγικό τοπίο. Τα δαντελένια φιόρδ αιχμαλωτίζουν την όραση και σε παραπέμπουν σε εξωτικό τοπίο. Η θάλασσα, η απελπιστική υγρή ζέστη κι η ραστώνη του καλοκαιριάτικου απομεσήμερου κυριαρχούν βασανιστικά στην ατμόσφαιρα. Νιώθω το άσπρο λινό πουκάμισο να κολλάει πάνω μου, σαν τον μανδύα, εφιαλτικό δώρο της Δηιάνειρας στον ατυχή Ηρακλή. Σκουπίζω το πρόσωπο με την ανάστροφη της παλάμης. Παρκάρω το μαύρο Golf αρκετά μέτρα μακριά από τον οικισμό και ξεκινάω την εξερεύνηση του χώρου. Έχω όλα τα πράγματα καθαρά τοποθετημένα στο μυαλό μου. Η τεχνολογία συντελεί άλλωστε αποφασιστικά στο τελικό στάδιο της προετοιμασίας. Μια βόλτα όμως στο σκηνικό της παράστασης είναι πάντα απαραίτητη. Ο καλός ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει τα πάντα. Πώς θα ανέβει στη σκηνή, τον ρόλο που πρέπει να παίξει και τον τρόπο που θα αποχωρήσει από τη σκηνή.

Η εξερεύνηση διαρκεί μια ώρα. Αμέσως μετά, βρίσκομαι αραγμένος στο σκιερό, μικρό καφενείο, λίγα μέτρα από την παραλία. Διπλός βαρύς γλυκός στο γκαζάκι κι ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Ξεκουμπώνω τα δυο κουμπιά από το πουκάμισο. Στρίβω τσιγάρο. Σκουπίζω το ιδρωμένο μέτωπο για μια φορά ακόμη. Κατεβάζω μονορούφι το μισό μπουκάλι νερό. Πίνω τον καφέ με μικρές γουλιές. Άψογος. Ο αδύνατος νεαρός σερβιτόρος εξαντλεί κάθε όριο ευγένειας, προσεγγίζοντας τα όρια της αδιακρισίας. Θέλει να μάθει τον λόγο της επίσκεψής μου στη γραφική Κορωνησία. Διακοπές ή κάτι άλλο, αναρωτιέται. Αποφεύγω να πιάσω κουβέντα. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ξεφύγει και τι μπορεί να θυμηθούν αργότερα οι άνθρωποι, που έχεις έρθει σε επαφή. Όσο λιγότερα λες, τόσο το καλύτερο.

Οδηγώ τη συζήτηση σε ασφαλέστερα νερά. Ποια παραλία μπορεί να μου συστήσει για ψάρεμα. Και ποια ταβέρνα μπορεί να μου συστήσει για καλό φαγητό. Ο παντογνώστης νεαρός παρασύρεται σε μια πλήρη περιγραφή των παραλιών και μου δίνει πλήρη αναφορά για το μενού των δύο ταβερνών, που προτείνει. Η μια μάλιστα διαθέτει και δωμάτια με θέα στη θάλασσα για διαμονή. Αποφεύγω τεχνηέντως να απαντήσω στην κρίσιμη ερώτησή του, που αφορά τον χρόνο παραμονής μου στον παράδεισο της Κορωνησίας. Η ξαφνική εμφάνιση ενός ζεύγους μεσήλικων τουριστών λειτουργεί σαν από μηχανής θεός, καθώς τον αναγκάζει να σπεύσει προς το μέρος τους για να τους εξυπηρετήσει. Αφήνω τρία ευρώ στο τραπέζι κι εξαφανίζομαι πριν επανακάμψει δριμύτερος. Αρχίζω έναν δεύτερο κύκλο εξερεύνησης στον οικισμό.

Επιστρέφω στο Golf. Μετακομίζω σε μια σκιερή γωνιά, μακριά από τον οικισμό. Δεν χρειάζεται να τονίζω την παρουσία μου. Δεν ξέρεις ποτέ πόσο περίεργα είναι τα μάτια των ανθρώπων όταν σουλατσάρεις αδέσποτος στο οπτικό τους πεδίο. Βγάζω το πουκάμισο. Ανοίγω το παράθυρο κι ένα υποτυπώδες αεράκι βοηθάει για μια, αναιμική έστω, καλοκαιρινή σιέστα.

Όταν ανοίγω τα μάτια μου, το σούρουπο αρχίζει νωχελικά την επέλασή του. Ξεθάβω από το σακίδιό μου ένα κουτί γεμιστά μπισκότα κι ένα μπουκάλι νερό. Στρίβω τσιγάρο. Βγαίνω από το αυτοκίνητο και κάνω κάμποσα βήματα για να ξεμουδιάσω. Αδειάζω το μπουκάλι με το νερό. Μπαίνω ξανά στο αυτοκίνητο και κατευθύνομαι στο σημείο όπου είχα παρκάρει το πρωί. Ζώνομαι το σακίδιο κι αρχίζω να περπατάω προς τον οικισμό. Άλλη μια επιθεώρηση του χώρου κι η τελευταία καταγραφή του σκηνικού στο πίσω μέρος του εγκεφάλου. Όσο κι αν τα πράγματα δείχνουν απλά, καθαρά και τακτοποιημένα, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να στραβώσει και το καλύτερα σχεδιασμένο πλάνο. Ξανά και ξανά. Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως. Ποτέ μη σκέφτεσαι αλαζονικά. Ποτέ μη θεωρήσεις ότι είσαι τόσο πιο έξυπνος από τους πάντες. Επιμονή κι υπομονή. Κι ακολούθησε το πλάνο όσο πιο πιστά μπορείς. Αυτή άλλωστε η συνταγή με έχει φέρει στο σημείο που βρίσκομαι. Πετυχημένος... Και περιζήτητος.

Ανοίγω το σακίδιο. Άλλη μια φορά τσεκάρω προσεκτικά τα σύνεργα. Όλα σε πλήρη ετοιμότητα. Το μόνο που με χωρίζει από το φινάλε είναι ο χρόνος που θα κυλήσει. Υπολογίζω τρεις με τέσσερις ώρες, μέχρι να μείνουν μόνοι στη σκηνή οι δυο πρωταγωνιστές της παράστασης.

Μια θάλασσα ήρεμη, ακίνητη, μισοφωτισμένη απ' τις ακτίνες της ημισελήνου... Τουτέστιν μισή σελήνη. Δυο-τρεις παρέες τρωγοπίνουν στα τραπεζάκια της ταβέρνας. Πάνω στο κύμα, ή σχεδόν έτσι. Τέλος εποχής. Το καλοκαίρι αργοσέρνεται στο μονοπάτι που οδηγεί στην έξοδο κι όλα μου θυμίζουν το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής.

Κάθομαι στο τελευταίο τραπέζι, εκεί στα σύνορα που αρχίζει το βασίλειο του μισοσκόταδου. Μπροστά μου, σχεδόν απείραχτη μια χωριάτικη σαλάτα και μια μερίδα κεφτέδες με πατάτες. Παίζω με μια μπίρα, πίνοντας μικρές γουλιές από το μπουκάλι. Καπνίζω στριφτά τσιγάρα. Νιώθω την επίθεση της νυχτερινής, υγρής ζέστης και το άσπρο λινό πουκάμισο κολλάει και πάλι στο κορμί μου. Σηκώνομαι για δεύτερη φορά και κατευθύνομαι στην τουαλέτα. Τα χρόνια περνάνε, σκέφτομαι, και κάτι πρέπει να κάνω με τον προστάτη μου. Γυρίζω στο τραπέζι, χύνω προσεκτικά το υπόλοιπο της μπίρας σε μια ογκώδη γλάστρα πίσω μου και παραγγέλνω μια καινούργια στον μεσήλικα, που παίζει τον διπλό ρόλο σερβιτόρο και ιδιοκτήτη. Τη φέρνει χαμογελαστός. Δεν ξέρω τον λόγο, αλλά μου φαίνεται ότι με συμπάθησε αρκετά.

Ρίχνω μια ματιά στο ρολόι μου. Δείχνει 23.23'. Οι δυο-τρεις παρέες έχουν μαζέψει τα μπογαλάκια τους κι έχουν αποχωρήσει από την ταβέρνα, αφήνοντας μια περίεργη ερημιά να πλανιέται γύρω. Ο μεσήλικας σερβιτόρος και ιδιοκτήτης πλησιάζει στο τραπέζι μου.

«Δεν σου άρεσαν οι κεφτέδες;»

Σηκώνω το κεφάλι και του χαρίζω ένα από τα πιο συμπαθητικά χαμόγελα, που κουβαλάω στο ρεπερτόριο. Χαμόγελο κουρασμένου κι ελαφρώς βασανισμένου από τη μοίρα ανθρώπου. Ανθρώπου που το επάγγελμά του τον εξουθενώνει.

«Μια χαρά ήταν. Απλά, μου βγήκε η κούραση ξαφνικά... Είναι κι η ζέστη...»
Κάθεται απέναντί μου.

«Να κάτσω λίγο μαζί σου;» ρωτάει.

Αργά, φίλε μου. Αργά. Έχεις κάτσει ήδη και με ατενίζεις μ' αυτή την κρυφή, καταραμένη συμπάθεια.

«Και δεν κάθεσαι;»

Αποθέτει μ' έναν μαγικό τρόπο ένα μπουκάλι Johnnie Walker στο τραπέζι, σαν ταχυδακτυλουργός που το έκρυβε επιμελώς κάτω από τη μαύρη μπέρτα του. Και ω του θαύματος, ένα μικρό μπολ με στρογγυλά παγάκια.

«Δεν είναι ό,τι καλύτερο με τη ζέστη...» απολογείται, με το ίδιο χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη.

«Μια χαρά είναι» τον κόβω.

Ρίχνει δυο δάχτυλα στα ποτήρια και πιάνει τα παγάκια.

«Εγώ μόνο ένα» τον προλαβαίνω.

Με κοιτάζει περίεργα, αλλά ακολουθεί την οδηγία μου χωρίς περαιτέρω σχόλια. Τιγκάρει το δικό του στον πάγο. Ανάβει τσιγάρο.

«Στην υγειά μας...»

Ακολουθεί τζούρα και μια θηριώδης γουλιά.

«Στην υγειά μας...» ανταποδίδω καθυστερημένα.

Δέκα λεπτά αργότερα, ξεκινάει ο δεύτερος γύρος. Έχω αδειάσει πολύ διακριτικά το περιεχόμενο του ποτηριού στην υπέροχη γλάστρα πίσω μου κι ο μεσήλικας σερβιτόρος, ιδιοκτήτης και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς έχει αδειάσει το δικό του στο στομάχι του. Αρχίζει να μου διηγείται την ιστορία του. Δεν χρειάζεται να ξέρω τίποτε και συνήθως κάτι τέτοιες λεπτομέρειες μόνο καλό δεν μπορεί να κάνουν. Τον ακούω όμως. Μαθαίνω πώς έφτασε εδώ, σ' αυτή την άκρη του παραδείσου, πώς γνώρισε τη γυναίκα του...

«Μήπως να φέρεις κάνα φρέσκο παγάκι;» προσπαθώ να τον αποπροσανατολίσω.

Προσπάθεια επιτυχημένη. Σέρνεται με αργά βήματα μέχρι το μαγαζί. Επιστρέφει με ένα καινούργιο μπολ κι ένα δεύτερο με μπαγιάτικα αράπικα φιστίκια.

«Δεν είναι ό,τι καλύτερο με τη ζέστη...»

«Μια χαρά είναι» απαντάω.

Ο σύντομος διάλογος μου δίνει την αίσθηση déjà vu. Ο μεσήλικας απέναντί μου συνεχίζει τη διήγηση. Μιλάει αργά, χαλαρά, λες κι απευθύνεται σε χαμένο από χρόνια φίλο, που επέστρεψε ξαφνικά να τον δει και να θυμηθούν νοσταλγικά τα περασμένα. Τρίτος γύρος. Αρχίζω να φοβάμαι ότι η γλάστρα πίσω μου θα σηκωθεί να φέρει καμιά ζεϊμπεκιά μερακλωμένη. Η ομιλία του μεσήλικα χάνει σταδιακά σε ρυθμό και ειρμό. Επιβραδύνεται και γίνεται αποσπασματική. Από κάπου μακριά ακούω μια καμπάνα να χτυπάει. Μεσάνυχτα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο ήχος της μου φαίνεται προφητικά εφιαλτικός για όσα αποτρόπαια μπορεί να ακολουθήσουν.

«Όλα καλά;» με ρωτάει, τραυλίζοντας, ο άντρας απέναντί μου. Βρέχω τα χείλη μου με το ουίσκι και στρίβω ένα καινούργιο τσιγάρο.

«Τέλεια...»

Eχουμε φτάσει στον πέμπτο γύρο. Τα φαινόμενα αποσυντονισμού του μεσήλικα γίνονται συνεχώς εντονότερα. Τα χρονικά περιθώρια συνεχώς στενεύουν. Σκύβει προς το μέρος μου και χαμηλώνει τη φωνή. Προφυλάξεις που δεν δικαιολογούνται με κανέναν τρόπο, καθώς είμαστε μόνοι σε μια ερημική σκηνή, στην κάτω άκρη του πουθενά. Διαισθάνομαι ενστικτωδώς ότι θέλει να εξομολογηθεί κάτι πολύ σημαντικό. Και πάντα εμπιστεύομαι το ένστικτό μου σ' αυτή τη γαμημένη τη δουλειά. Πες το να ξαλαφρώσεις, αγόρι μου, σκέφτομαι.

«Κάποτε... Παλιά... Ήμαστε μια παρέα, τρεις φίλοι. Μπουκάραμε σ' ένα σπίτι, λίγο έξω από την Άρτα. Πήραμε πολύ χρήμα. Μετρητό...»

Κάνει μια παύση και ξαναγεμίζει τα ποτήρια. Έκτος γύρος.

«Κρύψαμε το χρήμα σε μια καβάντζα. Είπαμε να χαθούμε για έξι μήνες, να κοπάσει ο θόρυβος από τη ληστεία και μετά να κάνουμε τη μοιρασιά κι ο καθένας να τραβήξει τον δρόμο του...»

Για κάποιον λόγο μου ακούγεται χιλιοειπωμένο κλισέ από ταινία που έχω δει στο μακρινό παρελθόν.

«Εσύ όμως δεν άντεξες να περιμένεις...»

Χαμογελάει πικρά. Κουνάει πάνω-κάτω το κεφάλι.

«Μια βδομάδα πριν κλείσουν οι έξι μήνες, πήγα και τα σήκωσα...»

«Σε κυνήγησαν...»

Δεν ακούγεται σαν ερώτηση, αλλά μάλλον σαν διαπίστωση.

«Δεν το έχω πει σε κανένα...» χαμηλώνει κι άλλο τη φωνή.

Και βρήκες εμένα να το πεις, άνθρωπέ μου. Κι αυτή τη στιγμή; Ώρες ώρες μου φαίνεται ότι αυτή η θεία δίκη, η Μοίρα, πες την όπως θες, έχει ένα γαμημένα περίεργο χιούμορ.

«Έστειλαν κάποιον να με βρει. Έναν επαγγελματία...»

«Και τι έγινε;»

Στο βλέμμα του καθρεφτίζεται το απόλυτο σκοτάδι.

«Τον καθάρισα. Έθαψα το πτώμα του, εκεί πέρα. Πίσω από το λοφάκι που βλέπεις»

«Κάτω από το κυπαρίσσι;»

«Ναι. Κάτω από το κυπαρίσσι...»

Χιλιάδες μικροί συναγερμοί αρχίζουν να ηχούν εκκωφαντικά στον εγκέφαλό μου. Το ένστικτό μου με προειδοποιεί. Αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερη. Είπαμε ότι πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για οποιαδήποτε παρέκκλιση από το αρχικό πλάνο. Η μισή Σελήνη κρύβεται πίσω από ένα μικρό σύννεφο που ξεπρόβαλε από το πουθενά. Ένα ξαφνικό αεράκι διαλύει το πέπλο της υγρής ζέστης και φέρνει μια μικρή ανατριχίλα στη σπονδυλική στήλη. Τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν κι αναπαράγουν έναν εφιαλτικό ήχο, σαν κραυγή μελλοθάνατου.

Η απότομη κίνησή του, καθώς σηκώνεται, στέλνει μήνυμα SOS. Βάζει το χέρι στην τσέπη και τραβάει ένα... Μου φαίνεται σαν Glock 17. Είμαι πιο γρήγορος. Το Sig Sauer P 226 με τον σιγαστήρα φωλιάζει ήδη στο δεξί μου χέρι. Για δέκατα του δευτερολέπτου, τραβάω πρώτος τη σκανδάλη. Μια, δυο, τρεις φορές. Πρέπει να είσαι σίγουρος. Πάντα.

Ρίχνω τις τελευταίες φτυαριές. Εκεί, στον μικρό λόφο, κάτω από το κυπαρίσσι. Βάζω το μουσκεμένο πουκάμισο στο σακίδιο, μαζί με τα σύνεργα. Βαδίζω με γρήγορα βήματα μέχρι το αυτοκίνητο. Μπαίνω μέσα. Στρίβω τσιγάρο. Το ανάβω. Δυο-τρεις γενναίες τζούρες. Αδειάζω το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό. Πιάνω το κινητό. Στέλνω μήνυμα. «Ο ξάδελφος χαίρει άκρας υγείας». Βάζω μπρος και ξεκινάω. Το μαύρο Golf εξαφανίζεται σιωπηλό, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, που απλώνει το πέπλο του στην εξωτική Κορωνησία. Κοιτάζω στον καθρέφτη. Πίσω μου, μια ολόκληρη στρατιά από μικρούς μαύρους δαίμονες, παραδομένους σ' έναν εφιαλτικό χορό, παλεύει απελπισμένα να με πιάσει και να ρουφήξει μέχρι την τελευταία ρανίδα το αίμα μου. Και κάθε φορά, γαμώτο, πλησιάζει και όλο πιο κοντά.

Γρηγόρης Αζαριάδης

Το διήγημα αναδημοσιεύεται από το ένθετο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας "Τα Νέα"

4 Ιουνίου 2019

Νέες δυνατές κυκλοφορίες από τις εκδόσεις Λιβάνη

Από τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη κυκλοφορούν δυνατά βιβλία για απαιτητικούς αναγνώστες!
"Αναμονή" Jussi Adler-Olsen σε μετάφραση Χρήστου Καψάλη
Ο Μάρκο Τζέιμσον είναι μέλος μιας συμμορίας που διοικεί με σιδερένια πυγμή ο θείος του Ζόλα, υποχρεώνοντας κι άλλα παιδιά σαν κι αυτόν να ζητιανεύουν για να πλουτίζει ο ίδιος. Ο Μάρκο ανακαλύπτει τυχαία το πτώμα ενός άντρα, που επιβεβαιώνει τις υποψίες του για το εύρος της εγκληματικής δραστηριότητας του Ζόλα, και εγκαταλείπει τη συμμορία. Ζει στους δρόμους και κρύβεται στις σκιές για να ξεφύγει από τους διώκτες του. Ο επιθεωρητής Καρλ Μερκ καλείται να εξιχνιάσει την εξαφάνιση ενός άντρα μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αφρική. Παρότι έχουν περάσει τρία χρόνια, η οικογένειά του αναζητεί ακόμη απαντήσεις. Ποιο είναι το μυστικό που γνωρίζει ο Μάρκο και πώς μπορεί να οδηγήσει στη διαλεύκανση της υπόθεσης; Πώς συνδέεται με όλα αυτά μια κατάχρηση εκατομμυρίων; Θα προλάβει ο Καρλ Μερκ να βρει το κλειδί της υπόθεσης πριν να είναι πολύ αργά για τον Μάρκο;
"Λευκό χρυσάνθεμο" Mary Lynn Bracht σε μετάφραση Χριστιάννας Ελ. Σακελλαροπούλου
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. O ισχυρός δεσμός ανάμεσα σε δύο αδερφές που τις χωρίζει ο πόλεμος ξαφνικά και βίαια, θύματα και οι δύο του ιαπωνικού στρατού κατοχής,όπως πολλές άλλες.Μια συγκλονιστική ιστορία, γραμμένη με λυρισμό και ρεαλισμό,τόσο δυνατή που καθηλώνει.Κορέα, 1943. Η Χάνα έζησε ολόκληρη τη ζωή της υπό ιαπωνική κατοχή – ως χενιό, γυναίκα δύτης. Μέχρι την ημέρα που η Χάνα σώζει τη μικρότερη αδερφή της, Έμι, από έναν Ιάπωνα στρατιώτη και η ίδια συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στη Μαντζουρία, όπου αναγκάζεται να γίνει μια «γυναίκα ανακούφισης» σε πορνείο του ιαπωνικού στρατού. Αλλά οι χενιό είναι γυναίκες της δύναμης και της αντοχής. Η Χάνα θα βρει τον δρόμο της επιστροφής; Νότια Κορέα, 2011. Η Έμι πέρασε πάνω από εξήντα χρόνια προσπαθώντας να ξεχάσει τη θυσία που έκανε η αδερφή της, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει το παρελθόν για να βρει τη γαλήνη.Μπορεί η Έμι να συμφιλιωθεί με το παρελθόν της και να προχωρήσει;
"Killing Eve, Κωδικός Βιλανέλ" Luke Jennings σε μετάφραση Χρύσας Θ. Μπανια
Η Βιλανέλ είναι μια από τις πιο ικανές πληρωμένες δολοφόνους του κόσμου. Μα όταν δολοφονεί έναν σημαίνοντα Ρώσο πολιτικό, βρίσκει στο κατόπι της μια αμείλικτη εχθρό. Η Ιβ Πολάστρι, πρώην πράκτορας της MI6, έχει επιφορτιστεί από την υπηρεσία εθνικής ασφάλειας της Μεγάλης Βρετανίας με ένα πολύ συγκεκριμένο καθήκον: να βρει και να αιχμαλωτίσει ή να σκοτώσει τη δολοφόνο του Ρώσου, αλλά και όσους τη βοήθησαν.
Στο ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύεται οι δύο γυναίκες θα ακολουθήσουν ίχνη σε όλο τον κόσμο και θα διασταυρωθούν με διεφθαρμένες κυβερνήσεις και πανίσχυρες εγκληματικές οργανώσεις. Όλα θα οδηγήσουν σε μια τελική αντιπαράθεση από την οποία καμία από τις δύο δε θα βγει αλώβητη.
"Η θεά της νίκης" Nina Pushkova σε μετάφραση Ανατολής Ιωσηφίδου
Τα διαμάντια δεν είναι πάντα οι καλύτεροι φίλοι για τα κορίτσια. Αντιθέτως, μερικές φορές δυσκολεύουν πολύ τη ζωή τους. Αυτό συνέβη και στη Νίκη, η οποία ξαφνικά βρίσκεται με μια ολόκληρη περιουσία στα χέρια αλλά και με μεγάλους μπελάδες. Η ζωή της αλλάζει ριζικά, καθώς τα ίχνη της ακολουθούν επαγγελματίες εκτελεστές. Πάντα κάποιος ψάχνει τα διαμάντια, πάντα σε κάποιον ανήκουν. Μόσχα, Βόρειος Καύκασος, Βρυξέλλες, Σιγκαπούρη, Λονδίνο· πουθενά δεν υπάρχει σωτηρία για τη Νίκη, ώσπου αποκτά έναν μυστικό προστάτη. Στο βιβλίο περιγράφεται με ενάργεια η ατμόσφαιρα της ταραγμένης δεκαετίας του ’90, όταν η γραμμή μεταξύ ζωής και θανάτου ήταν τόσο λεπτή όσο ποτέ άλλοτε.
"7 Λέξεις που σημάδεψαν την καρδιά μου" Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ποιες είναι οι 7 λέξεις με τις οποίες σχεδόν όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι σε κάποια στιγμή της ζωής μας; Η Μανταλένα Μαρία Διαμαντή τις αποκαλύπτει και τις κωδικοποιεί. Έρωτας, Αγάπη, Μητρότητα, Προδοσία (& Αχαριστία), Θλίψη, Ελπίδα και Ευτυχία. Με τον ευαίσθητο και χαρακτηριστικό τρόπο της αποκαλύπτει το πώς αντιμετώπισε η ίδια αυτά τα οικουμενικά μεγέθη της ζωής μας. Συγχρόνως τα εμπλουτίζει με όσα έγραψαν γι’ αυτές τις λέξεις εκείνοι που τους θαυμάζουμε για τον τρόπο που σκέφτονται. Ανάμεσά τους οι: Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Καζαντζάκης, Γιώργος Σεφέρης, Fyodor Dostoyevsky, William Shakespeare, Oscar Wilde, Milan Kundera, Ernest Hemingway, Friedrich Nietzsche, Rudyard Kipling, Paulo Coelho, Maya Angelou.

Άποψη για το "Βικτώρια" Goodwin Daisy (εκδ. Πατάκης)

Η ζωή των γυναικών μοναρχών του Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας προκαλούσε πάντα το ενδιαφέρον του κόσμου. Το μυστηριώδες πέπλο που σκέπαζε όσα συνέβαιναν πίσω από τις ερμητικά κλειστές πόρτες των παλατιών, αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί μέχρι και σήμερα πηγή έμπνευσης για ταινίες και τηλεοπτικές σειρές που σαρώνουν τα βραβεία και χαίρουν σπουδαίας υποδοχής από το κοινό, με πρόσφατο παράδειγμα την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «Η Ευνοούμενη». Η συγγραφέας και τηλεοπτική παραγωγός Goodwin Daisy αφουγκράστηκε το ρεύμα της εποχής και αποφάσισε να αποτυπώσει στο χαρτί τα χρόνια της νιότης της βασίλισσας Βικτώριας. Της γυναίκας που ανέβηκε στον θρόνο μόλις έγινε δεκαοκτώ χρονών, βασίλευσε επί εξήντα τρία συναπτά έτη και κατείχε τον τίτλο της πλέον μακροχρόνιας βασίλισσας στην ιστορία της Γηραιάς Αλβιόνας μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015, όπου την ξεπέρασε σε χρόνια εξουσίας η βασίλισσα Ελισάβετ Β'.

Η συγγραφέας, όπως έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις της, διάβασε για πρώτη φορά τα ημερολόγια της βασίλισσας Βικτώριας όταν φοιτούσε στο πανεπιστήμιο και εντυπωσιάστηκε με τον τρόπο γραφής και την προσωπικότητα που ανακάλυψε μέσα στα άμεσα και ανεπιτήδευτα αυτά κείμενα. Μετά από ενδελεχή έρευνα, αποφάσισε να μεταφέρει με μυθιστορηματικό τρόπο τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή και το έργο της πρώτης βασίλισσας της Αγγλίας που είδε το όνομά της να δίνεται στη χρονική περίοδο της βασιλείας της, και να ρίξει φως σε όσα συνέβησαν στο παλάτι του Μπάκιγχαμ, όπου και αποφάσισε να μείνει τον Ιούνιο του 1837 που ο θρόνος πέρασε σε εκείνη.




Η Αλεξανδρίνα Βικτώρια γεννήθηκε στο παλάτι του Κένσινγκτον στις 24 Μαΐου 1819 και ήταν το μοναδικό παιδί του Πρίγκιπα Εδουάρδου Αυγούστου, δούκα του Κεντ, και της δούκισσας Βικτώριας. Ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν μόλις οκτώ μηνών και η μητέρα της τη μεγάλωσε με τη βοήθεια του φιλόδοξου Ιρλανδού αξιωματικού και συντρόφου της Τζον Κόνροϋ. Η ανατροφή της βασίστηκε σε ένα σκληρό πρόγραμμα διδασκαλίας ακολουθώντας αυστηρούς κανόνες ηθικής που της απαγόρευαν να έρθει σε επαφή με τον κόσμο. Η μητέρα της, φοβούμενη μήπως κάποιος από τους συγγενείς του άντρα της επιχειρήσει να κάνει κακό στη διάδοχο του θρόνου, δεν άφηνε ελεύθερη τη μικρή της Ντρίνα ακόμα και να κατέβει τις σκάλες χωρίς κάποιος να τη συνοδεύει, ενώ κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο μέχρι τις 20 Ιουνίου του 1837.

Το βιβλίο «Βικτώρια» ουσιαστικά αποτυπώνει τα γεγονότα που ακολούθησαν της ανακοίνωσης του θανάτου του βασιλιά Γουλιέλμου Δ’ από τον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι και τον λόρδο Τσάμπερλεϊν και τα οποία πρόσφεραν στη νεαρή Βικτώρια τη δυνατότητα να απαγκιστρωθεί από τον ασφυκτικό κλοιό της μητέρας της και του «πατριού» της, να ορθώσει το μικροκαμωμένο της ανάστημα και να δώσει μια νέα πνοή στην αυτοκρατορία αλλά και στον θεσμό της βασιλείας.

Με συντροφιά την πιστή της γκουβερνάντα βαρόνη Λέζεν και το αγαπημένο της σκυλάκι Ντας, η νέα βασίλισσα αποφασίζει να αποκοπεί από την επιρροή του Κόνροϋ και να πάρει τα ηνία στα χέρια της, με αποφασιστικότητα και τόλμη. Μετακομίζει στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ για να φύγει από τα σκοτάδια Κένσινγκτον και να βρεθεί πιο κοντά στον λαό και στην καρδιά των γεγονότων. Σπάει τις παραδόσεις, κρατάει το όνομα Βικτώρια και περιορίζει τη μητέρα της και τον σύντροφό της στη βόρεια πτέρυγα, αρκετά μακριά της. Αντιλαμβάνεται πως μια γυναίκα, και μάλιστα κοντή, δύσκολα θα καταφέρει να χαλιναγωγήσει τα αμείλικτα παιχνίδια εξουσίας και να επιβληθεί στους ευγενείς, τους λόρδους και τους επιφανείς άντρες που καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας της. Όμως, πατάει γερά στα πόδια της και με καυστικό χιούμορ αντεπεξέρχεται σε κάθε ειρωνικό υπαινιγμό.

«Δύσκολο να είναι κανείς αξιοπρεπής όταν τα πόδια του απέχουν δεκαπέντε εκατοστά από το έδαφος, αυτό είναι αλήθεια».

Στο πρόσωπο του λόρδου Μέλμπουρν, πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας, θα βρει τον πατέρα, τον σύμβουλο, τον άνθρωπο που θα τη στηρίξει και θα την υποστηρίξει, χωρίς να προσπαθήσει στιγμή να τη χειραγωγήσει και να την καπελώσει. Εκείνος έχει πονέσει στη ζωή του, έχει βιώσει την απόρριψη, την ντροπή, τον εξευτελισμό, την απώλεια του παιδιού του. Και επιτέλους, στην ηλικία των πενήντα, έχει βρει έναν λόγο να ζήσει ξανά. Μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ξεδιπλώνεται με σεβασμό η ιδιαίτερη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους προβάλλοντας άγνωστες πτυχές των δύο αυτών προσωπικοτήτων. Μια σχέση που θα προκαλέσει την κοινή γνώμη, θα διχάσει τους πολιτικούς συμμάχους και αντιπάλους του Μέλμπουρν, θα πυροδοτήσει ραγδαίες εξελίξεις και θα αναδείξει τη δύναμη της φιλίας, της άδολης αγάπης, της απόλυτης αφοσίωσης.


Η «Βικτώρια» είναι ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα που καταφέρνει να αναβιώσει μια ολόκληρη εποχή και να μυήσει τον αναγνώστη σε άγνωστα περιστατικά από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας της τολμηρής και ατίθασης Ντρίνας. Με ζωντανούς διαλόγους και συνεχείς εναλλαγές εικόνων, η συγγραφέας φέρνει στο φως όσα συντάραξαν το παρασκήνιο της ανόδου της Βικτώριας στον θρόνο και την αμφισβήτηση που καλλιεργήθηκε από συγκεκριμένους κύκλους με σκοπό να αμαυρωθεί το όνομά της, προβάλλει πόσο ευαίσθητη είναι η σχέση ανάμεσα στον μονάρχη και τη Βουλή και αποδεικνύει πως η εξουσία είναι απλά μια βιτρίνα. Ίντριγκες και πισώπλατα μαχαιρώματα ανάμεσα σε Τόρηδες και Ουίγους, ιερές συμμαχίες και επεκτατικές διαθέσεις, με φόντο το στέμμα, και εντυπωσιακές δεξιώσεις με αυστηρό πρωτόκολλο, που σκοπό έχουν να περάσουν από το μικροσκόπιο κάθε κίνηση της βασίλισσας, βρίσκουν τη θέση τους στη σφιχτή πλοκή της ιστορίας.

"Τον κόσμο τον κυβερνούσε πάντοτε το ιδιωτικό συμφέρον[…]"

Παράλληλα, η Goodwin αποκαλύπτει, με πιστότητα και παραστατικότητα, χαρακτηριστικά της προσωπικότητας της βασίλισσας Βικτώριας που συναρπάζουν. Η ευφυΐα της, η επιμονή της να διεκδικήσει τη θέση που της αρμόζει, η ανάγκη της να δρα χωρίς έλεγχο και υποδείξεις και η πίστη στις ικανότητές της, φανερώνουν τη μία πλευρά του δυναμικού της χαρακτήρα. Όμως μέσα από τις σκέψεις της, τις συζητήσεις της με τα οικεία της πρόσωπα και τις αυθόρμητες αντιδράσεις της, έρχονται στην επιφάνεια και άγνωστα στοιχεία της ευαίσθητης ψυχοσύνθεσής της. Αναδύεται η ανάγκη της για στοργή, ανόθευτη αγάπη, προστασία, τρυφερότητα, όσα δηλαδή της στέρησε η μητέρα της, γι’ αυτό και την τιμωρεί. Παλεύει να κλείσει τις πληγές των παιδικών της χρόνων και υποκύπτει σε λάθη τραγικά αδικώντας ανθρώπους όπως η θεοσεβούμενη λαίδη Φλόρα Χέιστινγκς, τυφλωμένη από το μένος της για τον Κόνροϋ. Αφήνεται στη φροντίδα του λόρδου Μ. αγνοώντας τις συνέπειες και ακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς της μέχρι το Μπρόκετ Χολ. Ιδρύει φτωχοκομεία προς τιμήν του πατέρα της και επιθυμεί να ενστερνιστεί τις αντιλήψεις περί γάμου της βασίλισσας Ελισάβετ Α’. Όμως ο θείος της βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος έχει άλλα σχέδια πυροδοτώντας νέες εξελίξεις και ανατρεπτικές καταστάσεις που σαγηνεύουν.

«Για να είστε βασίλισσα, πρέπει να γίνετε κάτι παραπάνω από ένα κοριτσάκι με στέμμα».

Η «Βικτώρια» είναι ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα που αποδεικνύει πως «Μια σπουδαία βασίλισσα είναι ανώτερη από κάθε άντρα».

Κέλλη Κρητικού

"Μαχαίρι" Jo Nesbo (εκδ. Μεταίχμιο) του Γρηγόρη Αζαριάδη

Ο Νέσμπο μετά τον «Μάκβεθ» 

Διαβάσαμε πριν από την επίσημη κυκλοφορία του πανευρωπαϊκά (στις 5 Ιουνίου) το «Μαχαίρι», τη δωδέκατη περιπέτεια του Νορβηγού συγγραφέα, που βυθίζει τον ήρωά του Χάρι Χόλε στο σκοτάδι της αμφισβήτησης

Οι χιλιάδες των θαυμαστών του Jo Nesbo στη χώρα μας μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι. Το «Μαχαίρι», το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του μεγάλου Νορβηγού αστυνομικού συγγραφέα, θα βρίσκεται σε πέντε ημέρες στα χέρια τους (εκδ. Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη). Και σίγουρα πρόκειται για ένα απολύτως χορταστικό μυθιστόρημα, που θα αφήσει σε μεγάλο βαθμό ικανοποιημένους όχι μόνο τους πιστούς του Nesbo, αλλά παράλληλα θα διευρύνει την αναγνωστική βάση του συγγραφέα.







Ο λόγος είναι ότι ο Nesbo σε αντίθεση με πολλούς επιτυχημένους εμπορικά θεράποντες της αστυνομικής λογοτεχνίας, δεν επαναπαύεται σε μια δοκιμασμένη συνταγή, την οποία συνεχίζει να αντιγράφει, έχοντας a priori εξασφαλισμένη την εμπορική επιτυχία. Αντίθετα, ανησυχεί. Πειραματίζεται. Και συνεχώς εξελίσσεται. Θεωρώ κομβικό σημείο της εξελικτικής πορείας του τον «Μάκβεθ» (Μεταίχμιο, 2018, μτφ. Γωγώ Αρβανίτη), εκεί όπου στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου project, ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας να ολοκληρώσει ένα έργο που σηματοδοτεί την είσοδό του στη Χώρα της Ωριμότητας και της Υψηλής Ποιότητας. Και μετά έρχεται το «Μαχαίρι»... Όπου επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο τη μετάλλαξη στην εποχή της ωριμότητας και τη συνακόλουθη κατάκτηση μιας κορυφαίας θέσης στο πάνθεον της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα, καταρρίπτει και τις οποιεσδήποτε συγκαλυμμένες ενστάσεις περί «εμπορικότητας» και μόνο των έργων του, αναγκάζοντας τους επίμονους κριτικούς να αναγνωρίσουν την ποιοτική πλευρά της γραφής του.

Για την υπόθεση του μυθιστορήματος, καλό θα ήταν να αποφύγουμε να δώσουμε πολλά στοιχεία. Να αρκεστούμε στα ελάχιστα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, πιστεύω ότι θα κατανοήσετε τον λόγο γι' αυτή την επιλογή. Βλέπετε, ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συμπαθούς Νορβηγού είναι ότι τολμά! Και ο νοών νοείτω... Ας πούμε λοιπόν απλώς ότι ο λαοφιλής Χάρι Χόλε έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με ένα τρομακτικό γεγονός, που έχει... ισοπεδωτική επίδραση στην προσωπική του ζωή. Αποδιοργανώνεται. Αποσυντονίζεται. Και εισέρχεται σε ένα ζοφερό κόσμο, όπου τίποτε δεν είναι αυτό που δείχνει. Τα πράγματα αλλάζουν όψη από τη μια στιγμή στην άλλη, λες και βαδίζει νύχτα σε κινούμενη άμμο.

Ο Χόλε βιώνει με τον πλέον οδυνηρό τρόπο το προσωπικό του δράμα. Παλεύει απεγνωσμένα με εφιαλτικούς δαίμονες που κατατρύχουν το βασανισμένο μυαλό του κι ακολουθεί μια καθοδική πορεία στην κόλαση, δίκην νομοτέλειας. Στην πορεία της ιστορίας, αντιμετωπίζεται από την αστυνομία ως ύποπτος, περιθωριοποιείται και τελικά απομακρύνεται. Καθώς τα στοιχεία φαίνονται αρχικά αρκούντως επιβαρυντικά, κλείνεται στον κόσμο του κι απομονώνεται. Βυθίζεται σε μια αγωνιώδη μάχη, προσπαθώντας να ανακαλύψει τι έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Και το χειρότερο όλων, από κάποιο σημείο κι έπειτα, βυθισμένος στον σκοτεινό του κόσμο, αρχίζει κι ο ίδιος να αμφιβάλλει για την αθωότητά του. Η ψυχολογία του Χόλε θυμίζει ήρωα του Κάφκα και το περιβάλλον που περιγράφει ο Nesbo προσομοιάζει σε εκείνο του μεγάλου Τσέχου δραματουργού.

Οι ύποπτοι

Στην εξέλιξη της πλοκής, η εντατική έρευνα οδηγεί τον Χόλε προς την κατεύθυνση διαφορετικών υπόπτων. Ο κατά συρροήν βιαστής Σβάιν Φίνε, τον γιο του οποίου έχει σκοτώσει ο Χόλε σε προηγούμενη υπόθεση, ο Πέτερ Ρίγκνταλ, ο άνθρωπος στον οποίο ο Χάρι πούλησε το μπαρ Jealousy κι ο Ρούαρ Μπορ, στρατιωτικός με τραυματική προυπηρεσία στις ειδικές δυνάμεις της Νορβηγίας στο Αφγανιστάν, παρευλάνουν περήφανοι στην πασαρέλα των υπόπτων. Ο Nesbo παίζει περίτεχνα το παιχνίδι, φωτίζοντας με τον προβολέα του ενόχου τον ένα μετά τον άλλο. Μετατοπίζει τις ενδείξεις από τον πρώτο στον δεύτερο και μόλις κι αυτές εξασθενούν στρέφει τις υποψίες στον τρίτο. Αλλά φευ... Αυτές οι ενδείξεις ποτέ δεν μεταλλάσσονται σε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία.

Καθώς η παλιά... φίλη του Χάρι, η Κατρίνε Μπρατ, επικεφαλής τώρα του Τμήματος Ανθρωποκτονιών του Οσλο, είναι αναγκασμένη εκ της θέσης της να κρατήσει αποστάσεις, οι μόνοι που μπορούν να συνδράμουν τον Χόλε, έστω και ανεπίσημα, είναι οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού συνάδελφοι φίλοι, που έχει συνεργαστεί στο παρελθόν. Η Κάγια Σούλνες, ερευνήτρια που έχει αποχωρήσει από την Αστυνομία κι εργάζεται σε μια ιδιαίτερη υπηρεσία του Ερυθρού Σταυρού, η Αλεξάντρα Στούρτζα, στέλεχος του Τμήματος DNA στην Ιατροδικαστική υπηρεσία και ο πιστός του φίλος Μπγιορν Χολμ, διευθυντής της Σήμανσης. Ο τελευταίος, ο πιο έμπιστος φίλος του Χόλε, τυγχάνει να είναι και σύζυγος της Μπρατ και πατέρας του παιδιού της. Αυτονόητο; Δεν νομίζω. Πρόκειται για μια μάλλον... μπερδεμένη κατάσταση.

Ο Χάρι θα συνεχίσει τη μοναχική πορεία του και θα καταλήξει να υποπτεύεται τους πάντες γύρω του, αν και χρειάζεται τη συνδρομή τους στην πορεία της έρευνας. Σύντομα, θα βουλιάξει σ' ένα πέλαγος αμφιβολιών και για ένα χρονικό διάστημα θα αναγκαστεί να... κρύβεται για να παραμείνει ασύλληπτος από τους πρώην συναδέλφους του. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τελικά ότι θα πρέπει να ανακαλύψει μόνος του τι έχει συμβεί στην πραγματικότητα.

Μια παράσταση για ένα μοναδικό ήρωα, που θα πρέπει να περάσει τα μαρτύρια του Ταντάλου για να φτάσει στο τέλος. Και μάλιστα, κατά πρωτόγνωρο τρόπο για τον ήρωα, η τελική λύτρωση θα έχει ως παράπλευρη απώλεια την αμφιλεγόμενη στάση του από ηθικής πλευράς. Ο Χάρι Χόλε αυτή τη φορά διατρέχει όχι ολόκληρη, αλλά οπωσδήποτε ένα μεγάλο μέρος της χρωματικής παλέτας, από τις πιο σκοτεινές μέχρι τις λιγότερο σκοτεινές αποχρώσεις. Είναι πιο ανθρώπινος, πιο θνητός από ποτέ και οπωσδήποτε ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής του έργου.


Συγγραφική ωρίμαση
Ο Χάρι Χόλε και ο δορυφόρος

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του συγγραφέα είναι ο καταιγιστικός ρυθμός. Η γρήγορη και συνεχής εναλλαγή γεγονότων και σκηνών, που κόβει την ανάσα και παραπέμπει σε σενάριο σύγχρονης τηλεοπτικής σειράς υψηλής δράσης με τις κατάλληλες υπερεκκρίσεις αδρεναλίνης. Τα πάντα εξελίσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και η αληθοφάνεια των λεπτομερειών δεν αποτελεί πρωταρχικής σημασίας παράγοντα. Το μόνο που απασχολεί τον αναγνώστη είναι «τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή». What's next…

Στο «Μαχαίρι» τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Ο συγγραφέας, που μέχρι τώρα κάλπαζε ασυγκράτητος, αποφασίζει να κρατήσει το χαλινάρι και να ακολουθήσει ένα περισσότερο ελεγχόμενο καλπασμό. Όχι. Το άλογο δεν σταματάει. Ούτε προχωράει νωχελικά. Απλώς επιβραδύνει. Αυτή είναι η πρώτη θετική συνέπεια της ωρίμασης της γραφής, καθώς αυτός ο «επιβραδυνόμενος» ρυθμός εναλλαγής αφήνει αρκετό περιθώριο ώστε να περιγραφεί με εντυπωσιακό τρόπο η ψυχολογική πλευρά των χαρακτήρων και ιδιαίτερα του Χόλε.

Το πιο δυνατό σημείο του μυθιστορήματος άλλωστε εδράζεται στην ψυχολογική σκιαγράφηση του τελευταίου. Ο Χόλε κυριαρχεί σε κάθε σκηνή, ακόμη και σε αυτές που είναι απών. Τολμώ να πω ότι ο χαρακτήρας είναι σημαντικότερος από την πλοκή καθαυτή. Πριν από την έκδοση του «Μάκμπεθ», ένας αθεράπευτος Nesbomaniac και μελετητής του έργου του Νορβηγού (και μέγιστος αθλητικογράφος ονόματι Αντώνης Καρπετόπουλος) είχε πει ότι «ο μεγάλος αγώνας διεξάγεται ανάμεσα στον Nesbo και τον Χάρι Χόλε». Και το μέχρι τότε σκορ «είναι 2-2»! Ανέμενε μάλιστα με μεγάλο ενδιαφέρον την εξέλιξη του αγώνα. Λοιπόν, αγαπητέ Αντώνη, ο Χάρι τελικά νίκησε, σκοράροντας στις καθυστερήσεις! Το μυθιστόρημα της μεγάλης ωριμότητας του Nesbo είναι ένας δορυφόρος, που περιστρέφεται γύρω από τον κεντρικό του ήρωα.

Οι άλλοι ήρωες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει και το ψυχολογικό προφίλ των άλλων χαρακτήρων. Από τον διαστροφικό κατά συρροήν βιαστή Σβάιν Φίνε και τον κομάντο Ρούαρ Μπορ, κλασικό θύμα της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, μέχρι τον πολύπαθο φίλο του Χόλε, τον Μπγιορν Χολμ, όλοι οι χαρακτήρες έχουν μελετηθεί και αποτυπωθεί στο κατάλληλο βάθος. Ο συγγραφέας όμως δεν αφήνει καμιά λεπτομέρεια να του ξεφύγει ακόμη και στους λιγότερο σημαντικούς χαρακτήρες. Κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται συνοδεύεται από μια περιγραφή, που δίνει τα απαραίτητα βασικά στοιχεία στον αναγνώστη.

Ακόμη μια σαφής ένδειξη της ωριμότητας του τρόπου γραφής είναι ο εμπλουτισμός και η αναβάθμιση του κοινωνικού σχολίου. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μπορώ άφοβα να χαρακτηρίσω το «Μαχαίρι» σαν ένα «αστυνομικοκοινωνικό» μυθιστόρημα υψηλής έντασης. Ο Nesbo εδώ σχολιάζει το κοινωνικό περιβάλλον της χώρας του, καλύπτοντας ένα ευρύτατο φάσμα από τον τρόπο ζωής και λειτουργίας των διαφόρων τάξεων της σύγχρονης νορβηγικής κοινωνίας μέχρι την εξωτερική πολιτική της χώρας και τη διαφθορά, θίγοντας π.χ. ακόμη και τα πεπραγμένα  της ειρηνευτικής αποστολής της Νορβηγίας στο Αφγανιστάν.

Έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν πολλοί Σκανδιναβοί συγγραφείς που ακολουθούν, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο πειστικά, το συγγραφικό στυλ του Nesbo, λόγω της εμπορικής επιτυχίας του. Αν παρομοιώσουμε την προσπάθειά τους με ένα αγώνα αυτοκινήτων φόρμουλας 1, δυστυχώς για τους ανταγωνιστές του ο Nesbo με το «Μαχαίρι» με την ωρίμανση του ύφους του που το χαρακτηρίζει, πατάει γκάζι κι αυξάνει τη διαφορά από τους υπολοίπους κατά τουλάχιστον έναν επιπλέον γύρο.

Γρηγόρης Αζαριάδης
Αναδημοσίευση από το "Βιβλιοδρόμιο" της εφημερίδας "Τα Νέα"

27 Μαΐου 2019

"Snap" Belinda Bauer (εκδ. Bell) του Γρηγόρη Αζαριάδη


Το θρίλερ που έφτασε στο Μπούκερ

Η ιστορία εξαφάνισης και ενηλικίωσης στο «Snap» διαβάζεται (και) στο πλαίσιο της απρόσμενης υποψηφιότητάς του

Μετά το πρώτο μυθιστόρημά της, το «Μαύρο χώμα», για το οποίο η Belinda Bauer έχει τιμηθεί από την Ενωση Συγγραφέων Μυστηρίου με το βραβείο Gold Dagger αστυνομικού βιβλίου της χρονιάς, η αγγλίδα συγγραφέας που ζει στην Ουαλία δεν παύει να εκπλήσσει το κοινό. To «Snap» (εκδόσεις Bell, σελίδες 412, σε μετάφραση του Νίκου Ιβραηνία) είχε συμπεριληφθεί στη μακρά λίστα για το βραβείο Man Booker έχοντας εξασφαλίσει θετικά σχόλια από τον Τύπο και πολλούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας.



Η ιστορία ξεκινάει με τη βλάβη του αυτοκινήτου της οικογένειας Μπράιτ σ' έναν επαρχιακό αυτοκινητόδρομο. Η Αϊλίν Μπράιτ, μητέρα τριών παιδιών και έγκυος, αποφασίζει να αφήσει τον Τζακ, την Τζόι και τη μικρή Μέρι να περιμένουν στο αυτοκίνητο, ενώ εκείνη περπατάει στον δρόμο, αναζητώντας βοήθεια. Πριν φύγει, δίνει σαφή εντολή. «Ο Τζακ κάνει κουμάντο». Μια απλή φράση που, με δεδομένη την απρόοπτη εξέλιξη της υπόθεσης, θα αποτελέσει τη θηλιά που θα τυλίξει τον εντεκάχρονο Τζακ και θα διαμορφώσει σε μέγιστο βαθμό τον χαρακτήρα του. Ο Τζακ θα περιμένει πολλή ώρα κι όταν αρχίζει να καταλαβαίνει ότι κάτι κακό έχει συμβεί στη μητέρα του, αποφασίζει να «κάνει κουμάντο». Παίρνει την εννιάχρονη Τζόι και τη μόλις δύο ετών Μέρι και ακολουθούν τα ίχνη της μητέρας τους.

Το δράμα της οικογένειας Μπράιτ κλιμακώνεται, καθώς σύντομα θα ανακαλυφθεί το πτώμα της δυστυχούς μητέρας. Η έγκυος Αϊλίν Μπράιτ έχει δολοφονηθεί με αποτροπιαστικό τρόπο. Τα τρία παιδιά βιώνουν τη συγκλονιστική απώλεια της μητέρας τους, αλλά αυτή φαίνεται να είναι μόνο η αρχή. Τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα, όταν ο πατέρας τους αποδέχεται την αδυναμία του να στηρίξει την οικογένεια, καταρρέει κι εξαφανίζεται από το σπίτι. Ο Τζακ συνειδητοποιεί τη βαρύτητα της φράσης «κάνει κουμάντο». Θα πρέπει αυτός να αναλάβει το βάρος να συντηρήσει τις δύο μικρές αδερφές του. Και ο μόνος τρόπος να το κάνει είναι να εκπαιδευτεί από κάποιον νεαρό φίλο του και να ακολουθήσει την καριέρα διαρρήκτη. Με μεγάλη επιτυχία ομολογουμένως, καθώς παραμένει ασύλληπτος από την τοπική αστυνομία. Ο Τζακ όμως διατηρεί μέσα του μια ακατανίκητη επιμονή να ανακαλύψει τον δολοφόνο της μητέρας του. Θεωρεί ότι η αστυνομία δεν εξάντλησε τις πιθανότητες στη διερεύνηση της δολοφονίας και παλεύει να ενεργοποιήσει ξανά τη διαδικασία των ερευνών, ανακαλύπτοντας νέα στοιχεία.


Στο μικροσκόπιο
Το «Snap» πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της υποψηφιότητάς του για το βραβείο Booker. Τουτέστιν, να αναλυθούν περισσότερο τα δυνατά του στοιχεία και να αντιμετωπιστούν με κατανόηση οι όποιες αδυναμίες, που δεν είναι άλλωστε ουσιώδεις. Το «Snap» δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν διακρίνεται τόσο για την αστυνομική πλοκή αυτή καθαυτήν. Είναι περισσότερο ένα μείγμα μυστηρίου και ψυχολογικού θρίλερ που βασίζεται κυρίως στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.

Η Bauer έχει ανταποκριθεί εξαιρετικά σε μία από τις προτεραιότητες ενός συγγραφέα αστυνομικών: να ολοκληρώσει ένα απλό, καθαρό μυθιστόρημα μυστηρίου, ένα «τακτοποιημένο» μυθιστόρημα με πλοκή που να μπορεί να παρακολουθήσει ο μέσος αναγνώστης. Πέραν όμως της απλότητας και της καθαρότητας της πλοκής, έχει κατορθώσει να συμπεριλάβει στην γκάμα των υλικών της την ευφυΐα και την πρωτοτυπία. Αυτά είναι και τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του «Snap». Είναι απλό, πρωτότυπο και κυρίως ευφυές. Και θεωρώ πολύ θετικό το ότι η συγγραφέας υπηρετεί την κεντρική ιδέα της, υιοθετώντας ένα αρμονικό ύφος γραφής. Απλό, λιτό και ώριμο, χωρίς να «λογοτεχνίζει» και χωρίς να επιδιώκει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη. Ακόμη και οι ανατροπές χρησιμοποιούνται με μέτρο και συντελούν στη διατήρηση του ενδιαφέροντος, όσο κι αν η επίλυση του μυστηρίου δεν χρειάζεται δα και γνώσεις διαφορικού λογισμού.

Το ψυχολογικό προφίλ των κεντρικών χαρακτήρων σκιαγραφείται παραστατικά. Ο Τζακ αλλά και οι δύο μικρές αδερφές του, οι σχέσεις μεταξύ τους, η πικρή ιστορία με τον ρίψασπι πατέρα, ένα οικογενειακό περιβάλλον που ολισθαίνει στην κατάθλιψη μετά την απώλεια της μητέρας αποδίδονται με σκληρό, αλλά τόσο ρεαλιστικό τρόπο. Η αλληλεπίδραση του νεοφερμένου αρχιεπιθεωρητή της παλιάς σχολής Μάρβελ με τον εκπρόσωπο της νεότερης γενιάς αρχιφύλακα Ρένολντς περιγράφεται υποδειγματικά. Οσο για το πορτρέτο της γηραιάς, αλλά τόσο επικίνδυνης Βερόνικα Κριντ, απλώς μοναδικό. Συμπερασματικά, το «Snap» είναι υποδειγματικά γραμμένο μυθιστόρημα μυστηρίου, με απλή, κατανοητή πλοκή, σωστή ατμόσφαιρα, μετρημένες ανατροπές και εξαιρετική απεικόνιση χαρακτήρων.

Γρηγόρης Αζαριάδης
Αναδημοσίευση από το "Βιβλιοδρόμιο" της εφημερίδας "Τα Νέα"