7 Δεκεμβρίου 2015

Κριτική του βιβλίου "Στο δρόμο των αρωμάτων" της Γιούλης Γεωργίας Τσακάλου!

Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο, με γνώση ευαισθησία και πολύ δυνατούς χαρακτήρες με μια έξοχη μεταφορά του αναγνώστη στις ζωές, στις ψυχές και στις ανάσες των ηρώων του. 

ΚΛΙΚ για να διαβάσετε την υπόθεση

Το ιστορικό στοιχείο, ο μύθος, οι ήρωες, αφήνουν μία συγκίνηση και μία τρυφερότητα στην ψυχή μας. Παραστατικές περιγραφές τοπίων και γεγονότων κι εναλλαγή συναισθημάτων... Η συγκινησιακή φόρτιση συνοδεύει κάθε αράδα του... Η γραφή και η περιγραφή των πρωταγωνιστών και των γεγονότων σε συναρπάζει. 

Ένα βιβλίο που σε ταξιδεύει σε γεγονότα που έχουν συμβεί στην ιστορία ...ιστορίες αγάπης, πάθους, έρωτα που ζωντανεύουν σε ήθη, έθιμα και παραδόσεις.. μας μεταφέρει τις μυρωδιές της μικρής αθώας ψυχής και του ρομαντισμού μιας άλλης εποχής, και μια νοσταλγία για αισθήματα κυρίως .. 

Ένα εξαιρετικά τρυφερό και αποκαλυπτικό μυθιστόρημα, γεμάτο νοήματα και περιεχόμενο... Ένα βιβλίο που συγκινεί και διδάσκει... κι όλα αυτά μόνο από το απόσπασμα...

Το συστήνω ανεπιφύλακτα!!

(Απόσπασμα από το Τετράδιο του Κωστανίνου που είναι εμβόλιμο στο μυθιστόρημα ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΑΡΩΜΑΤΩΝ)

«Με το Ρωμιό είμαστε συνορίτες. Ένας φράχτης χωρίζει τες αυλές μας. Όμως κανένας φράχτης δε χωρίζει τες καρδιές μας. “Βαχ!” να κάμω εγώ, μ’ αφιγκράζεται ο Εξάκουστος. “Αχ!” να κάμει αυτείνος, γεργεριντέ* εγώ. Ακούρμα, Κουστεντί. Μπορεί να `χουμε ο πασαένας τον δικό του Θεό. Αφήνουμε όμως τους Θεούς μας να χωρίζουν τον κόσμο και να τσακώνονται αναμεταξύ τους. Εμείς δεν είμαστε θεοί, ανθρώποι είμαστε. Κόσμο δεν έχουμε να διαφεντέψουμε. Ψωμί και καρδιά έχουμε, αυτά διαφεντεύουμε. Και τα μοιραζόμαστε. Ξερό ψωμί στο ένα σπίτι; Ξερό και στ’ άλλο. Χαρά στο ένα; Χαρά και στ’ άλλο.» 

Και ξακολούθησε: «Κι άμα τη μια μέρα πέσει γκρίνια ανάμεσόν μας, την άλλη μέρα η γκρίνια διαβαίνει και πάει με τον αέρα. Είναι ωσάν το θυμό της μάνας και το χιόνι της άνοιξης﮲ και τα δυο λιώνουν ογλήορα. Νογάς τι θα γινότουν άμα βαστάγαμε γινάτι; Θα πετροβολάγαμε κάθε μέρα ο ένας τον άλλονε κι οι αυλές μας θα γιομούσαν λιθάρια. Και από πού θα μπαίναμε στα κονάκια μας; Γι’ αυτό και λησμονούμε τα κακά. Για βροχή, μαθές, που πέρασε δεν κρατούμε ομπρέλα. Κοιτάζουμε μπροστά, την καινούργια μέρα. Και κοιτάζουμε με την καρδιά. Ότι η καρδιά είναι πιο σοφή απ’ το μυαλό.» 


Έκοψε λίγο κι είπε κοντά: «Άι, Κουστεντί! Τι `ναι η ζωή; Ένα χέρι είναι που καρτερεί να τ’ αγγίξεις. Άμα το προσπέρασες, θ’ αποθάνεις σαν να μην είχες γεννηθεί…»

Έστηνα καλό αφτί, αλλά οι τυράγνιες των συμπατριώτων μου απ’ τους Τούρκους στους ελληνικούς τόπους ήσαν κολλημένες στο μυαλό μου.


«Αυτά δε γένονται στη Ρούμελη», του είπα 
«Δε γένονται, λιοντάρι μου», είπε ατάραχτος ο παππούς. «Ξεύρεις γιατί; Γιατί στον τόπο σας οι Ρωμιοί φοβούνται τους Οθωμανούς και οι Οθωμανοί τους Ρωμιούς. Κι ο φόβος είναι φίδι που θρέφεται με μαύρο γάλα. Εμείς έχουμε μια παροιμία που λέγει: “ό,τι βγαίνει από αβγό πάλι αβγό θα βγάλει”. Απ’ το κακό δε γεννιέται ο φόβος; Κακό θα φέρει με την αράδα του κι αυτός. Και το τρανύτερο κακό που φέρνει είναι το αίμα. Και το αίμα οι ανθρώποι το ξεπλένουν με αίμα. Και τούτο πάει σκοινί γαϊτάνι.» 
«Αλλά το αίμα όχι με αίμα, με νερό πρέπει να το ξεπλένεις» πρόστεσε ο Εξάκουστος.
Εγώ δεν ήξευρα τι να ειπώ. Ούτε τώρα ηξεύρω. Πάντως, τούτος ο γέρος είχε την αγαθότητα του δέντρου που χαμηλώνει τους κλώνους του για να κόψεις τον καρπό του."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου